Η απουσία πολιτικής και έργων υδάτων καθιστά δισεπίλυτη την αντιμετώπιση της διατροφικής κρίσης

Δ/νση Αγροτικής Οικονομίας ΠΕ Καρδίτσας: Δελτίο ολοκληρωμένης φυτοπροστασίας στη βαμβακοκαλλιέργεια

Η απουσία πολιτικής και έργων υδάτων καθιστά δισεπίλυτη την αντιμετώπιση της διατροφικής κρίσης

(Κώστας Γιαννακός  – Κώστας Γκούμας – Τάσος Μπαρμπούτης)*

Η Θεσσαλία αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα κέντρα πρωτογενούς παραγωγής της χώρας μας.

Το γεγονός όμως ότι δεν έχει επιλύσει το διαχρονικό υδατικό της πρόβλημα, σε συνδυασμό με τους κινδύνους της κλιματικής κρίσης (πχ. ξηρασία), την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε μία επιπλέον απειλή, αυτήν της ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ, η οποία αφορά πλέον  την χώρα μας και όχι μόνο (όπως εξελίσσεται ο πόλεμος Ρωσίας Ουκρανίας).

Είναι συνεπώς ανάγκη να διερευνήσουμε κατά πόσο τα κέντρα αποφάσεων της ΕΕ  συνδέουν την ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΚΡΙΣΗ  με το υδατικό πρόβλημα, τι σχεδιάζεται σε επίπεδο χώρας και τι θα πρέπει να διεκδικούν οι αρμόδιοι  για την Θεσσαλία.

Μια αναμενόμενη απάντηση  στον παραπάνω προβληματισμό θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη : «….δεδομένου ότι διακυβεύονται τα διατροφικά μας συστήματα, είναι απολύτως απαραίτητο να εγγυηθούμε το νερό για….την ασφάλεια (τους)». Επίσης απαιτείται «….κινητοποίηση …..για κατασκευή συλλογικών υποδομών…..όχι μόνο για την διαθεσιμότητα νερού αλλά και (την) αποτελεσματική χρήση (του)». Στόχος είναι να υπάρξει «στρατηγική αυτονομία της ΕΕ στον τομέα των τροφίμων» και να «….θωρακίσουμε το ευρωπαϊκό σύστημα τροφίμων».

Όχι,η δήλωση αυτή δεν έγινε (παρότι θα ήταν επιβεβλημένη) από κάποιο Έλληνα πολιτικό.

Ανήκει στην Υπουργό Γεωργίας της Πορτογαλίας κα Μαρία ντο Σέου Αντούνες, μιας χώρας με πολλά κοινά προβλήματα και  χαρακτηριστικά με την δική μας (ημίξηρες περιοχές της Ευρώπης, φτωχές χώρες της ΕΕ κλπ).

Η αυτονόητη αγωνία της Υπουργού εκφράστηκε δημόσια σε πρόσφατη σύνοδο των ομολόγων της στην ΕΕ [ypaithros.gr, 30/7/22, δες εδώ {1} τον σχετικό σύνδεσμο).

Αλλά και στην περυσινή (2021) Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνέδριου (δες εδώ {2} τον σχετικό σύνδεσμο) αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Διαπιστώσαμε ότι οι γεωργικές πολιτικές ΔΕΝ ΕΥΘΥΓΡΑΜΜΙΖΟΝΤΑΝ συστηματικά με την πολιτική της ΕΕ για τα ύδατα» (σελ.5) και πως «οι στόχοι της πολιτικής υδάτων της ΕΕ θα πρέπει να ενσωματωθούν καλυτέρα σε άλλους τομείς πολιτικής, όπως ο ΕΠΙΣΙΤΙΣΜΟΣ  ΚΑΙ Η ΓΕΩΡΓΙΑ» (σημ. : δικές μας οι επισημάνσεις).

Είναι προφανές πως  πριν τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, ο διατροφικός τομέας δεν απασχολούσε τόσο πολύ τις κυρίαρχες (πολιτικά  και οικονομικά) χώρες της ΕΕ, ούτε η ανάγκη εισαγωγής τροφίμων επηρέαζε ιδιαίτερα τα πολύ «άνετα» (πλεονασματικά) εμπορικά τους ισοζύγια.

Και στο βαθμό που δεν υπήρχε ισχυρή πίεση από «μικρότερους» και λιγότερο σημαντικούς εταίρους για έργα σημαντικής κλίμακας και εμβέλειας που θα σχετίζονταν με  την Γεωργία (ταμιεύσεις νερού, μεταφορά και διανομή υδάτων για αρδεύσεις),η επικέντρωση του υδατικού τομέα περιορίζονταν κυρίως στην περιβαλλοντική κατάσταση των οικοσυστημάτων, σε θέματα πλημμυρών κλπ.

Τώρα που οι γεωπολιτικές συνθήκες έχουν μεταβληθεί, τώρα που η ξηρασία δεν «χαρίζεται» ούτε στους κέντρο-βόρειους εταίρους, βγαίνουν στην επιφάνεια οι αδυναμίες της υδατικής πολιτικής στην ΕΕ και στη χώρα μας, που τόσο καιρό, με ιδιαίτερη επιμονή και τις λίγες δυνάμεις που διαθέτουμε, αναδεικνύουμε συστηματικά και διεκδικούμε ΑΜΕΣΕΣ λύσεις.

Άραγε, οι  δικοί μας πολιτικοί εκπρόσωποι, πόσο σοβαρά λαμβάνουν υπόψη τους κίνδυνους από την έλλειψη αγαθών και την περαιτέρω (αναγκαστικά) επιβάρυνση του ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου, το οποίο, εκτός από την ενέργεια, διευρύνεται πλέον και από την διατροφική ανεπάρκεια ; (Και εάν για τις ισχυρές χώρες η παράμετρος αυτή έχει μια αξία, στην περίπτωση μας η σημασία της πολλαπλασιάζεται !).

Η αρχική μας αίσθηση (και δεν νομίζουμε πως τους αδικούμε….) είναι ότι τα όσα παραθέσαμε στα προηγούμενα, για τη χώρα μας πιθανότατα είναι «μηνύματα χωρίς αποδέκτες».

Στην  Θεσσαλία, λόγω των κλιματικών χαρακτηριστικών της, οι γεωργικές καλλιέργειες και, κυρίως, οι αποδόσεις τους και η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων, εξαρτώνται σε μέγιστο βαθμό από τις αρδεύσεις.

Και, παρά τα μεγάλα λόγια των κυβερνώντων και τις αδέξιες ψευτοδιαμάχες ανάμεσα στους μονομάχους της εξουσίας, η κατάσταση του αρδευτικού τομέα (και στο σκέλος της προσφοράς νερού, αλλά και σε εκείνο της μείωσης των καταναλώσεων / εξοικονόμησης) παραμένει στα επίπεδα παλαιοτέρων δεκαετιών και, σίγουρα, πίσω από τις ανάγκες που οι ίδιοι οι μονομάχοι προσδιορίζουν με τις κατά καιρούς υπουργικές τους αποφάσεις [πχ. Σχέδια Διαχείρισης Υδάτων 2014 και 2017,στα οποία ορίζεται ότι οι αρδευόμενες εκτάσεις μπορούν να εκτείνονται στα όρια των 2,5 εκατ. στρεμμάτων (!), συνθήκη που αναμφισβήτητα, από υδατικής απόψεως, παραβιάζει την φέρουσα ικανότητα του Υδατικού Διαμερίσματος Θεσσαλίας (ΥΔΘ) και των επιμέρους οικοσυστημάτων του].

Και παρά τους προφανείς κίνδυνους, το 2010 διακοπήκαν τα έργα μεταφοράς νερού από τον Αχελώο, ενώ παράλληλα ΟΥΤΕ ΕΝΑ νέο σημαντικό έργο ταμίευσης (και ταυτόχρονα αντιπλημμυρικής προστασίας) που επί δεκαετίες διεκδικούμε ΔΕΝ  προστέθηκε στο υδατικό μας δυναμικό (πχ. Μουζάκι, Πύλη, Νεοχωρίτης, Ελασσόνα κλπ.).

2022 Εξοικονόμηση Νερού υδατικά συστήματα

Ομοίως, όλα αυτά τα χρόνια δεν δημιουργήθηκε ένας αξιόλογος αριθμός σύγχρονων αρδευτικών έργων μεταφοράς-διανομής νερού (κλειστά δίκτυα, ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου, καλή διοίκηση κλπ.),που θα συνέβαλαν αποφασιστικά στον αγώνα για εξοικονόμηση.

[Σημ. : πριν τρεις μήνες ανακοινώθηκε η ένταξη δυο σημαντικών έργων, όπως αυτά του ταμιευτήρα επί του Ενιπέα Φαρσάλων και του νέου αρδευτικού δικτύου του ΤΟΕΒ Ταυρωπού, που αμφότερα υπηρετούν τους παραπάνω στόχους. Αναμένουμε με ενδιαφέρον την συνέχεια, με την ελπίδα της σύντομης υλοποίησης των δεσμεύσεων].

Και στην συνολική εικόνα θα πρέπει να προσθέσουμε (ενόψει και της επερχόμενης κλιματικής κρίσης) δυο ακόμη βασικές παραμέτρους, αυτές της ΞΗΡΑΣΙΑΣ και του ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, οι οποίες ολοένα και περισσότερο «υπενθυμίζουν» στους αρμόδιους (που συχνά το αγνοούν συνειδητά…) την υπέρβαση των ορίων (με βάση τους διαθέσιμους υδατικούς πόρους στο ΥΔΘ) και την ανάγκη αναπροσαρμογής πολιτικών και στόχων σχετικά με το μέιζον υδατικό πρόβλημα Θεσσαλίας, όπως (ενδεικτικά) την ανάγκη δημιουργίας πρόσθετων αποθεμάτων για περίπτωση παρατεταμένης ξηρασίας και  για υποκατάσταση μεγάλου μέρους των καταστροφικών για τα οικοσυστήματα γεωτρήσεων.

Για τις δύο αυτές παραμέτρους θα αναφερθούμε αναλυτικά στο επόμενο σημείωμα μας (Β΄ ΜΕΡΟΣ).

Γιαννακός Κώστας, γεωπόνος, πρόεδρος Γεωπονικού Συλλόγου Λάρισας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ,

Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ,

Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ 

{1} Υπουργός Γεωργίας Πορτογαλίας «Η ΕΕ πρέπει να αναπτύξει πολιτική διαχείρισης των υδάτων λόγω των επιπτώσεων της ξηρασίας :

Υπουργός Γεωργίας Πορτογαλίας: «Η ΕΕ πρέπει να αναπτύξει πολιτική διαχείρισης των υδάτων λόγω των επιπτώσεων της ξηρασίας»

{2} Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο – Ειδική έκθεση 2021 – Βιώσιμη χρήση των υδάτων στη γεωργία :

https://www.ypethe.gr/sites/default/files/basicpagefiles/2021_eidiki_ekthesi_viosimi_hrisi_ton_ydaton.pdf




Total
0
Shares