Για τα παιδιά που έφυγαν

UwAAAABJRU5ErkJggg==

Για τα παιδιά που έφυγαν

Βάϊος Βλάχος Αναστάσιος Κουτσόπουλος: in memoriam

Το δρεπάνι του χάρου θέρισε τις γελαστές ζωές του 30άρη Βάϊου και του 20άρη Αναστάσιου, δυό νέων ανθρώπων που το μόνο που αξίωσαν ήταν να φθάσουν απλά στον προορισμό τους, και γι αυτό επέλεξαν το ασφαλέστερο, υποτίθεται, μεταφορικό μέσο: το τρένο. Σαν κεραυνός ήρθε το μαντάτο: Ο Βάϊος και ο Αναστάσιος  είναι νεκροί. Όχι, όχι, δεν είναι δυνατόν, μήπως αστόχησε ο χάρος κι’ έκανε λάθος; Mήπως ξαστόχησε το βόλι του και δεν τους πήρε; Μήπως απλά κοιμήθηκαν και λαθέψαμε στη «διάγνωση»; Τίποτα όμως από όλα αυτά. Τα παλληκάρια δεν υπάρχουν,  χτυπημένα θανάσιμα από τη μεγαλύτερη αδικία που θα μπορούσε να διαπράξει σε βάρος του η ίδια τους η χώρα. Ένα ταξίδι προς το ΦΩΣ, τη γνώση, τους φίλους, την εργασία, την αγάπη και την κοινωνία, μετατράπηκε σε εφιάλτη του σκότους, και βυθίστηκε μαζί με δεκάδες άλλους  στα ερέβη του ανείπωτου, του απίστευτου, του τραγικού, του θανάτου. Χωρίς καμία απολύτως ευθύνη τους. Γιατί τόση αδικία; Γιατί τόση απονιά; Γιατί τόση σκληρότητα; Γιατί τόσο θάνατο; Το κράτος τους μετατράπηκε σε Κρόνο που κατασπαράζει τα παιδιά του.

Πως είναι δυνατόν οι γονείς να οδηγούν στο ξόδι τα παιδιά τους; Οι μητέρες και οι πατέρες κηδεύουν τα παιδιά τους μόνο στον πόλεμο, σε καιρό ειρήνης τα παιδιά κηδεύουν τους γονείς τους, γιατί τέτοια αδικία και αντιστροφή της πραγματικότητας;

Και στο ξόδι τους ήταν όλοι παρόντες, οι συγγενείς, οι φίλοι, ολόκληρη η κοινωνία, ολόκληρη η χώρα, η Οικουμένη, σε ένα συλλογικό σπαραγμό και οδύνη, και στο μυαλό όλων έρχονταν τα λόγια του αοιδού: «Που το πάνε το παιδί, χελιδόνι σε κλουβί/που το πάνε τι του λένε/και τ’ αδέρφια του το κλαίνε».

Φαίνεται πως οι Μοίρες δεν συνεννοήθηκαν καλά  για τη ζωή τους, ήταν πολύ σκληρές, γιατί η Κλωθώ, που γνέθει το νήμα της ζωής, η Λάχεση, που μοιράζει τους κλήρους και καθορίζει τι θα «λάχει» στον καθένα, και η Άτροπος, που χωρίς τον παραμικρό δισταγμό κόβει την κλωστή της ζωής των ανθρώπων, δεν συμφώνησαν σε πολλά πράγματα, και δεν δίστασαν να κάνουν το ανείπωτο, που είναι  ένα ΜΕΓΑΛΟ ΛΑΘΟΣ. Και το λάθος τους ήταν να κόψουν το νήμα της ζωής τους, ένα τεράστιο «λάθος», μία ασύλληπτη αδικία, αφού το «μερίδιο» και το «μερτικό» που τους «έλαχε» ήταν μικρό, πολύ μικρό.

Είμαστε βέβαιοι ότι την ώρα που εμφανίστηκε μπροστά τους ο εκτελεστής χάρος  με το δρεπάνι,  θα του είπαν αυτό που είπε πεθαίνοντας ο Τσε Γκεβάρα: «Ξέρω ότι έρχεσαι να με σκοτώσεις. Πυροβόλησε, δειλέ. Θα σκοτώσεις έναν ΑΝΔΡΑ».

Kεραυνοβολημένα  πρόσωπα που δεν ήθελαν να πειστούν και να πείσουν, … «έτσι έμαθα, έτσι άκουσα, δεν είμαι σίγουρος». Όμως η μοίρα σκληρή και αδίστακτη δρέπει τους καλύτερους. Και σιγά-σιγά παύει κάθε δισταγμός και αμφιβολία. Τα παλληκάρια δεν υπάρχουν πια. Οδύνη, θλίψη, σπαραγμός ανείπωτος και βαθύς σαν πηχτή καυτή πληγή που δεν λέει να κλείσει. Και γέμισε πόνο μία ολόκληρη κοινωνία, μία ολόκληρη γενιά, μία ολόκληρη χώρα.

Θλίψη βαθιά και ανίκητη απλώνεται στην πόλη και πρόσωπα σκοτεινιασμένα απορούν, δεν μπορούν να φανταστούν πως τόσο νέοι θα «γρικούσαν την άπλαστη αρμονία των ουρανών», όπως γράφει ο Σολωμός. Και η δυστυχής Μάνα,  στο ξόδι του παιδιού της, σπαράζει, όπως η Μάνα στον ΕΠΙΤΑΦΙΟ του Ρίτσου: «Γιέ μου, ποια μοίρα στόγραψε και ποια μου τόχε γράψει/τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθια μου ν’ ανάψει. /Βασίλεψες αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση…

Ορφάνεψαν οι παρέες τους, ορφάνεψε η γενιά τους, ορφάνεψε η εποχή μας. ‘Εφυγαν πρόωρα και πέταξαν «σαν πουλιά για να ωριμάσουν μακριά μας».

Σήμερα μετά το ξόδι τους, ερωτήματα σκίζουν την καρδιά μας από οδύνη, όπως στους στίχους του Ελύτη:

«Γιατί ρωτάει ο αιτός, πού’ ναι το παληκάρι./Κι όλα τα αιτόπουλα απορούν πού’ ναι το παληκάρι;./Γιατί, ρωτάει η μάνα, πού’ ναι ο γιός μου;/Κι όλες οι μάνες απορούν που νάναι το παιδί./Γιατί ρωτάει ο σύντροφος, που νάναι ο αδερφός μου../΄Ηταν ωραίο παιδί».

Πως θα αντέξουμε τόση αδικία, πως θα αντέξουμε τόσο πόνο, τόσο σπαραγμό, τόση θλίψη; Θα τα μοιραστούμε όλα, ώστε όλοι να κρατήσουμε ένα μεράδι, για να απαλύνουμε τον πόνο της Μάνας και των οικείων των παιδιών, να κάνουμε αυτό που λέει ο Καζαντζάκης:» «όταν μοιράζεσαι τη λύπη αυτή γίνεται μισή».

Τα παλληκάρια τα αποχαιρετούμε, ως κοινωνία, με δυο στίχους του Κωστή Παλαμά, από τον «ΤΑΦΟ» του:

«Ήσυχα και σιγαλά,/Σπείρετε τ’αμάραντα/Στ’απίστευτο το μνήμα!». Αιωνία η μνήμη τους.

(Υ.Γ. Για τις ευθύνες θα γράψουμε σε επόμενο σημείωμά μας.)

ΣΠΥΡΟΣ ΛΑΠΠΑΣ

ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ Ν.ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ




Total
0
Shares