Ασημίνα Σκόνδρα: Ο προϋπολογισμός δίνει ώθηση στην εθνική μας οικονομία

 

Με τους πιο αισιόδοξους οιωνούς, την ψήφιση του προϋπολογισμού, την περασμένη εβδομάδα, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Βουλής για το τρέχον έτος.

Ένας προϋπολογισμός που αναφέρεται στη δημοσιονομική πολιτική του 2020, και προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 3,58% του ΑΕΠ, αυξημένο έναντι του στόχου της ενισχυμένης εποπτείας κατά 164 εκατομμύρια ευρώ.

Κατά την ομιλία της για τον προϋπολογισμό,  από το βήμα της Βουλής, η Βουλευτής Καρδίτσας κ. Ασημίνα Σκόνδρα, επεσήμανε μεταξύ άλλων, ότι οι παρεμβάσεις που προβλέπονται, στοχεύουν στην επιτάχυνση της αναπτυξιακής πορείας της ελληνικής οικονομίας μέσω ενός ολοκληρωμένου σχεδίου μεταρρυθμίσεων.

Ειδικότερα, η κ. Σκόνδρα τόνισε:

«Ο προϋπολογισμός του 2020 είναι αυτός που ακολουθεί τις πολιτικές που εξαγγέλθηκαν προεκλογικά και που η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη υλοποιεί από την πρώτη μέρα που ανέλαβε, πριν από μόλις πέντε μήνες.

Από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης ακούγεται κριτική και μία γενική αόριστη άρνηση παραδοχής κάποιων δεδομένων.

Μόνο που στον προϋπολογισμό, αγαπητοί συνάδελφοι, μιλούν οι αριθμοί.

Mε τις σωστές πολιτικές που ακολουθήθηκαν, εξοικονομήθηκαν πόροι και η Κυβέρνηση κατάφερε να δώσει νέο μέρισμα σε οικονομικά ασθενέστερους συμπολίτες μας.

Ξεκινήσαμε, λοιπόν, με αρνητικό προβλεπόμενο αποτέλεσμα 396 εκατομμύρια ευρώ και μέσα σε πέντε μήνες διακυβέρνησης όχι μόνο καλύψαμε τους προεκλογικούς μποναμάδες και τα κενά σας, αλλά διαφυλάξαμε τον στόχο του 3,5% και δημιουργήσαμε πρωτογενές πλεόνασμα 336 εκατομμύρια ευρώ ή 3,73% του ΑΕΠ για το 2019. Κι εσείς σήμερα εξακολουθείτε να κάνετε κριτική;

Η οικονομική μας πολιτική θέτει προτεραιότητα την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Προχώρησε η άρση των κεφαλαιακών περιορισμών που είχαν εφαρμοστεί από το καλοκαίρι του 2015. Καταγράφεται σημαντικότατη μείωση των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων. Προχωρήσαμε στη φορολογική ελάφρυνση φυσικών και νομικών προσώπων. Διευκολύναμε την εξόφληση των οφειλών προς το κράτος και τα ασφαλιστικά ταμεία μέσω της ρύθμισης των εκατόν είκοσι δόσεων. Συνεχίζουμε την εφαρμογή του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων.

Θα ήθελα στο σημείο αυτό να κάνω μία ξεχωριστή αναφορά στα σοβαρά ζητήματα του αγροτικού τομέα. Εκλέγομαι σε έναν αμιγώς αγροτικό νομό που, ταυτόχρονα, είναι ο δεύτερος φτωχότερος σε ολόκληρη τη χώρα και που εξακολουθεί να καταγράφει τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας, όπως επίσης και δραματικά στοιχεία στο δημογραφικό, καθώς, δυστυχώς, οι θάνατοι είναι σχεδόν διπλάσιοι των γεννήσεων σε όλη τη Δυτική Θεσσαλία και, κατά συνέπεια και στην Καρδίτσα. Στην Καρδίτσα, όπως και σε αρκετούς άλλους νομούς της χώρας, τα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα αποτελούν τη βασική πηγή εσόδων. Ωστόσο αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες κυρίως λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής. Ενώ τα προϊόντα μας ποιοτικά συγκαταλέγονται στα καλύτερα , δυστυχώς δεν είμαστε σε θέση να ανταγωνιστούμε τα φτηνά εισαγόμενα, με αποτέλεσμα οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι μας να αναγκάζονται να πωλούν πολλές φορές σε τιμές χαμηλότερες του κόστους.

Για να μπορέσει, λοιπόν, ο πρωτογενής τομέας να ανασάνει ξανά, απαιτείται ένας εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός που θα επιτρέψει να παραχθούν προϊόντα με λιγότερα έξοδα, διατηρώντας όμως την υψηλή ποιότητά τους. Η Κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να δρομολογήσει κατάλληλες πολιτικές που θα στηρίξουν τον πρωτογενή τομέα.

 Επίσης, ένα δεύτερο ζήτημα, πάνω στο οποίο οφείλει να σκύψει η Κυβέρνηση, είναι η ολοκλήρωση και η βελτίωση των υποδομών στην κεντρική Ελλάδα. Αναφέρομαι στο σιδηροδρομικό δίκτυο, όπως και στην ολοκλήρωση των οδικών αξόνων, διότι όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι χωρίς τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων δικτύων, αλλά και τη βελτίωση των οδικών αξόνων, η μεταφορά αγαθών προσθέτει στο κόστος των προϊόντων.

Σε κάθε περίπτωση, αλλά και μετά από δέκα χρόνια σκληρής οικονομικής δυσπραγίας, οφείλουμε να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στις περιοχές αυτές που παράγουν πρωτογενή πλούτο. Η Θεσσαλία και ειδικά η Καρδίτσα πρέπει να είναι μεταξύ των πρώτων που θα στηριχθούν, ώστε να ανακάμψουν και να ξεφύγουν από το συνεχιζόμενο τέλμα που βιώνουν. Άλλωστε, ο αγροτικός τομέας συνεισφέρει άμεσα στην εθνική οικονομία και έχει δυνατότητες να προσφέρει πολλά περισσότερα. Είναι ένας εκ των τριών βασικών πυλώνων στήριξης της εθνικής μας οικονομίας, μαζί με τη ναυτιλία και τον τουρισμό.

Η Ελλάδα ανήκει στις κατά βάσιν γεωργικές χώρες. Δύσκολα θα αποκτήσει βαριές βιομηχανίες. Άρα αυτό που έχουμε ως συγκριτικό πλεονέκτημα, πρέπει να το αξιοποιήσουμε στο έπακρο. Εξάλλου στις ιστορικά δύσκολες οικονομικές εποχές ο πρωτογενής τομέας συνέβαλε καταλυτικά στην ανάκαμψη και ανάπτυξη της χώρας.

H Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ασκεί μία οικονομική πολιτική τελείως διαφορετική από αυτή που επικρατούσε τα προηγούμενα τεσσεράμισι χρόνια. Φεύγουμε από το μοντέλο του κρατισμού και της υπερφορολόγησης. Δεν το πιστεύουμε και αποδεδειγμένα πια, δεν αποδίδει. Μειώνουμε τους φόρους. Δημιουργούμε βιώσιμη ανάπτυξη. Επιδιώκουμε την προσέλκυση επενδύσεων, τη διαφάνεια στις συναλλαγές, τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, τη μείωση της γραφειοκρατίας.

Ο προϋπολογισμός δίνει ώθηση στην εθνική μας οικονομία».

Total
0
Shares
Previous Article

Ευχές του Αντιδημάρχου Οικονομικών κ. Πούπη Νικόλαου για τις εορτές των Χριστουγέννων

Next Article

Π. Βράντζα: Το τέλος του 2019 βρίσκει πολλούς από τους πολίτες της χώρας μας αμήχανους


Total
0
Share