Αντί επικηδείου στη μνήμη της Ευδοκίας – Μυρτούς Πλακιά

<

Αντί επικηδείου στη μνήμη της Ευδοκίας – Μυρτούς Πλακιά

«Ένα αναπάντητο γιατί?…..»  

Ευδοκία μου, Μυρτώ μου, οι Μοίρες σε ζήλεψαν…. έδωσαν στο ποτάμι τη δύναμη να σε αγκαλιάσει μια Παρασκευή βράδυ, να  μετατρέψει μια κοινή σε Μεγάλη Παρασκευή και να γίνει η βραδιά που το μαχαίρι της Μοίρας Ατραπού θα σου έκοβε τη νήμα της ζωής. Ποταμέ, γέμιζες, κυμάτιζες, μούγκριζες σα θεριό και μες στα κύματά σου, μέσα στο στριφογύρισμά σου άρπαξες την ξανθιά νεράιδα, την Ευδοκία…… Ζήλεψες, ποταμέ μου, βοριά μου, αυτό το γελαστό κορίτσι, το άδολο πνεύμα, την αγνή ψυχή, τη γεμάτη καλοσύνη και φιλότιμο, μια ύπαρξη που ξεχείλιζε από ζωντάνια και πάθος για τη ζωή, το  κορίτσι με το κοσμοπολίτικο πνεύμα και την εκλεπτυσμένη φινέτσα, που από μικρούλα έλεγε «εγώ θα υπηρετήσω τον άνθρωπο αλλά και την ομορφιά»! Το γλυκό μας κοριτσάκι, τη νερατζούλα τη φουντωμένη, που όλα τα άνθια της, όλα τα κάλλη της, όλη την ομορφάδα της φύσηξε βοριάς, αγέρας και βροχή και ο χείμαρρος τα πήρε μαζί του….

Εσύ, Ευδοκία μου, συντρόφευες το ποτάμι με το φαρμακείο σου, άκουγες τους ήχους του και αυτό σε θεώρησε κτήμα του και σε πήρε, σαν να άνοιξε την αγκαλιά του και θέλησε να σε στολίσει νύφη με άνθη και στεφάνια Μυρτιάς, σαν να ήθελε να θεραπεύσει, όπως δηλώνει το όνομά σου, όλα τα κακώς κείμενα του χωριού μας, στήνοντας την ανθρωποθυσία σου, τη γεμάτη ερωτηματικά και μηνύματα! Μόνο που δεν υπολόγισε καθόλου τα όλο ζωντάνια νιάτα σου, τη χαρά σου για τη ζωή, τον αγώνα σου να σπουδάσεις στην ξενιτιά, το ενδιαφέρον σου για την επαγγελματική σου ανέλιξη, την αγάπη σου για την ανεξαρτησία! Εκείνο το χαρακτηριστικό σου χαμόγελο δεν τον συγκίνησε? τόσο πολύ σε πόθησε? τόσο πολύ ήθελε να σε μεταμορφώσει σε Νύμφη, σε Νηρηίδα και σε παρέσυρε στο υδάτινο παλάτι του και σε κάθισε στον χρυσό θρόνο του? Τώρα πια, Νηρηίδα μου, καμιά θνητή δεν θα μπορεί να παραβάλλεται με τη δική σου ομορφιά!

Γλυκιά μου Ευδοκία, δεν σε αφήσαμε μόνη μέσα στον υδάτινο λασπώδη θρόνο σου. Ο αδελφός σου, ο Άρης, σαν άλλος θεός του πολέμου, ήρθε από την ξενιτιά και ακάματος, με αυταπάρνηση, με ισχυρή θέληση και ψυχραιμία πολέμησε μέχρι τελευταίας «ρανίδος» με τα στοιχειά  της φύσης. Τα ξαδέλφια σου, οι θείοι σου, η νονά σου Ζανέτα, οι συγχωριανοί σου, γνωστοί και άγνωστοι, τα ΜΜΕ σε αναζητούσαν. Και μην ανησυχείς… δεν αφήσαμε τη δόλια μάνα σου, τη Φωτεινή, μόνη της, που ράγιζε τις πέτρες με το κλάμα της… ούτε τον μπαμπά σου, Βάιο, που με τον περήφανο γνωστό βουβό πόνο του έκρυβε- με τη λογική- τη λαχτάρα του να σε ξαναπάρει στην αγκαλιά του!

Τώρα πια, εσύ, θα κάθεσαι  στο χρυσό θρονί του του ποταμιού μας…. .Σε θυσίασαν, Ευδοκία μου… αλλά εσύ έδειξες σε όλους ότι οι αποφάσεις για την οχύρωση και προστασία των κατοίκων του χωριού μας, του Μουζακίου, δεν πρέπει να είναι αίολες….. ότι τα έργα προστασίας δεν πρέπει να είναι πρόχειρα, επιφανειακά, έργα του «θεαθήναι» αλλά έργα ουσίας! Ένα αναπάντητο ερώτημα, ένα «γιατί» θα πλανάται στο μυαλό και στα χείλη μας, ¨γιατί¨ δεν μπήκε ένα οδόφραγμα, γιατί δεν σε προστάτεψαν ουσιαστικά, αφού ο θάνατος καραδοκούσε αμείλικτος στην άλλη άκρη της γέφυρας?

Εσύ θα είσαι τώρα πια η Νύμφη μας! αλλά δεν θα σταματήσεις ποτέ για εμάς τους ζωντανούς να είσαι αυτό που ο ποιητής τόσο εύστοχα γράφει:

Ο ήλιος ήσουν κι η αυγή
της νύχτας το φεγγάρι
της μάνας μου ήσουν η ευχή
της Παναγιάς η χάρη

Έφυγες και κλαίει ο άνεμος, το κύμα
κλαίνε τ’ άστρα κι η νυχτιά
κλαίει κι η μάνα μου στο μνήμα
κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά

Στον πυρετό ήσουνα δροσιά
κερί μες στο σκοτάδι
άστρο στην κοσμοχαλασιά
βασιλικός στον Άδη.

Έφυγες και κλαίει ο άνεμος το κύμα
κλαίνε τ’ άστρα κι η νυχτιά
κλαίει κι η μάνα μου στο μνήμα
κλαίει, κλαίει κι η Παναγιά

Καλό ταξίδι, μικρή κοσμοπολίτισσα Νηρηίδα, Ευδοκία –Μυρτώ…….

της Νότας Μακρυγιάννη -Πλακιά


Total
0
Shares
Previous Article

Σε εξέλιξη οι εργασίες στην κοίτη του ποταμού Παμίσου στο Μουζάκι

Next Article
Από την Καρδίτσα δύο από τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του ΜέΡΑ25

Από την Καρδίτσα δύο από τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του ΜέΡΑ25


Total
0
Share