Ο ρόλος και η σημασία του Σχεδίου Διαχείρισης Υδάτων στην επίλυση του Υδατικού προβλήματος της Θεσσαλίας (Μέρος 3ο) 

Share

Ο ρόλος και η σημασία του Σχεδίου Διαχείρισης Υδάτων στην επίλυση του Υδατικού προβλήματος της Θεσσαλίας (Μέρος 3ο) 

(Κώστας Γκούμας)*

Αναφερθήκαμε ήδη στο 1ο(20/2/2023) και 2ο(6/3/2023) μέρος γενικά για τον ρόλο, την σημασία και την αξιοπιστία του ΣΔΛΑΠ Θεσσαλίας, για τις τρεις δέσμες μέτρων κάλυψης του υδατικού ελλείμματος, για τις προοπτικές αποκατάστασης του ελλείμματος των 3 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων υπόγειου νερού και καταγράψαμε ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα που παραπέμπουν στο μέλλον της διαχείρισης νερού.

Ήδη από το 2022 και με καθυστέρηση, το ΣΔΛΑΠτου Υδατικού Διαμερίσματος Θεσσαλίας (EL08) είναι στη διαδικασία της 2ηςαναθεώρησης  και θα ακολουθήσει ο επόμενος κύκλος εξαετούς διάρκειας, με χρονικό ορίζοντα εφαρμογής της Οδηγίας 60/2000 το τέλος του 2027.

Όμως, οκτώ χρόνια από την πρώτη έγκριση (2014) του Σχεδίου Διαχείρισης Λεκανών Απορροής (ΣΔΛΑΠ) Θεσσαλίας, σημαντικά ζητήματα όπως η εξοικονόμηση νερού, η  μείωση των αντλήσεων από υπόγεια οικοσυστήματα, η σταδιακή αποκατάσταση του οικολογικού ελλείμματος (3.000 hm3 υπόγειου νερού), καθώς και επιμέρους υδατικά θέματα που αφορούν χιλιάδες συμπολίτες μας στην ύπαιθρο, δεν έχουν αντιμετωπισθεί και δεν πρόκειται να επιλυθούν στην επόμενη δεκαετία.

Οι προσδοκίες για μηδενισμό του υδατικού ελλείματος διαψεύσθηκανκαι ταυτόχρονα διαπιστώθηκε ότι μία σειρά από υπόγεια και επιφανειακά υδατικά συστήματα δεν έχουν την καλή οικολογική ή/και χημική κατάσταση, που προβλεπόταν τους στόχους της Οδηγίας ότι θα επιτευχθεί ως το 2021.

Αυτό οφείλεται σε ένα βαθμό στα φτωχά αποτελέσματα των μέτρων – δράσεων και στην αδυναμία υλοποίησης των έργων δομικών κατασκευών, που περιλαμβάνονταν στον σχετικό κατάλογο.

Στα συμπεράσματα του ΣΔΛΑΠ (2014), τα οποία ισχύουν εξ’ ολοκλήρου  και σήμερα (2022) αλλά και για το εγγύς μέλλον στη Θεσσαλία, καταγράφονται τα εξής περιβαλλοντικά προβλήματα :

  • Σημαντικός αριθμός επιφανειακών υδατικών συστημάτων βρίσκονται σε καθεστώς έντονης υπερεκμετάλλευσης και ποιοτικής υποβάθμισής τους, με αποτέλεσμα εξαιρετικά χαμηλές έως σχεδόν μηδενικές θερινές παροχές σε ποτάμια υδατικά συστήματα, στις οποίες συμβάλλει και η υπερεκμετάλλευση των υπογείων νερών.
  • Από τα υπόγεια υδατικά συστήματα αντλούνται ετησίως περί τα 200 – 250 hm3 από μόνιμα γεωλογικά αποθέματα, ενώ αθροιστικά εκτιμάται ότι έχουν αντληθεί περί τα τρία δισεκατομμύρια (!) m3 νερού.
  • Γενικά, εκτιμάται ότι υπό τις σημερινές συνθήκες διαθεσιμότητας πόρων, δεν είναι δυνατόν να διατεθούν οι αναγκαίες ποσότητες νερού για την κάλυψη της αρδευτικής ζήτησης χωρίς μεγέθη απολήψεων επιφανειακών και υπόγειων νερών, τα οποία οδηγούν στην επιδείνωση της κατάστασης των ΥΣ και στη μη επίτευξη των στόχων της Οδηγίας.

Από όλα τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι :

  • Τα έργα δομικών κατασκευών που προτάθηκαν στο ΣΔΛΑΠ με χρονικό ορίζοντα υλοποίησης το 2021 (ενώ ήδη είμαστε στο 2023), έχουν σοβαρές αβεβαιότητες (προβλήματα προγραμματισμού, ωριμότητας μελετών, διαδικασίες απαλλοτριώσεων, δημοπρατήσεων, κα.), ενώ θεωρούνται ουτοπικά από οικονομικής απόψεως για τα δεδομένα της χώρας (απαιτούνται συνολικά πάνω από 1.300 εκατ. € για την εξασφάλιση 275 hm3 νερού).
  • Σε ότι αφορά τα αναγκαία – διοικητικά μέτρα και δράσεις που προβλέπονται (όπως έλεγχος υδροληψιών, εφαρμογή μειωμένης ετήσιας ποσότητας αρδευτικού νερού 450 m3/ στρ., θέσπιση ακαλλιέργητης ζώνης 5-10 μέτρων κατά μήκος του Πηνειού, κ.α), δεν υπάρχει σήμερα αποτελεσματικός μηχανισμός – υπηρεσία που θα μπορέσει σε ρεαλιστικό χρονικό διάστημα να τα εφαρμόσει ικανοποιητικά.
  • Ο στόχος για την αποκατάσταση του ήδη εκρηκτικού ελλείμματος των 3.000 hm3 υπόγειου νερού σε 60 χρόνια (προβλέψεις του ΣΔΛΑΠ) είναι ανέφικτoς.
  • Η πρόβλεψη – δέσμευση (του ΣΔΛΑΠ) για άρδευση 2,5 εκατ. στρεμμάτων στη Θεσσαλία, σε συνδυασμό με την αδυναμία (για πολλά ακόμη χρόνια) υλοποίησης των απαιτούμενων έργων, θα έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση του οικολογικού προβλήματος (απολήψεις 200-250 hm3 ετησίως από μόνιμα υπόγεια αποθέματα).
  • Το εναλλακτικό (καταστροφικό για την Θεσσαλία) σενάριο είναι η μείωση των αρδευόμενων παραγωγικών εκτάσεων (από 500 – 900 χιλιάδες στρέμματα) και η φτωχοποίηση χιλιάδων αγροτικών νοικοκυριών.
  • Βασικό συμπέρασμα επίσης είναι ότι τα περιφερειακά έργα δεν επαρκούν για την επίλυση του υδατικού ελλείμματος της θεσσαλικής λεκάνης και όσοι τα προβάλλουν ως εναλλακτική λύση για την ματαίωση-εγκατάλειψη της μεταφοράς νερών από τον Αχελώο, ουσιαστικά παραπέμπουν στον περιορισμό των δυνατοτήτων γεωργικής ανάπτυξης στον θεσσαλικό κάμπο.

Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια, αφενός να βρίσκονται υπό κατάρρευση πολλά υδατικά οικοσυστήματα,  αφετέρου οι αγρότες,  «θύτες» και «θύματα» όλης αυτής της άθλιας διαχείρισης, να βλέπουν το κόστος παραγωγής τους να εκτοξεύεται στα ύψη και τα χωράφια τους να υποβαθμίζονται.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η μη εφαρμογή των ΣΔΛΑΠ οφείλεται σε μια συνήθη διοικητική ραθυμία συναρμόδιων υπουργείων, σε έλλειμμα ικανότητας κάποιων υπαλλήλων και ότι πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο.

ΛΑΘΟΣ ! Καμία από τις δύο κυβερνήσεις που κλήθηκαν να τα εφαρμόσουν (από το 2014) δεν είχε πραγματικά σε πολιτική προτεραιότητα την επίλυση του υδατικού της Θεσσαλίας.Γι’ αυτό και δεν είδαμε τα τελευταία χρόνια (επί ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ) :

  • Να εκπονείται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο (masterplan) με έργα και δράσεις που θα οδηγούσαν σταδιακά σε εξάλειψη των ελλειμμάτων και  (μέσω επιφανειακών  ταμιεύσεων) στην υποκατάσταση των υπεραντλήσεων υδάτων από τους υπόγειους υδροφορείς (κατά ένα σημαντικό μέρος από μόνιμα αποθέματα, με ανυπολόγιστη οικολογική βλάβη).

v Να εφαρμόζεται ένα σαφές  πρόγραμμα έργων και εφαρμογή πολιτικών μείωσης των καταναλώσεων (αντικατάσταση παλαιών συστημάτων μεταφοράς και διανομής νερού με κλειστά δίκτυα, κίνητρα για υιοθέτηση έξυπνων αρδευτικών συστημάτων εξοικονόμησης νερού, αυστηρός έλεγχος  καταναλώσεων κλπ.), εκτός από το έργο εκσυγχρονισμού δικτύων άρδευσης ΤΟΕΒ Ταυρωπού Καρδίτσας που ήδη δρομολογήθηκε με ΣΔΙΤ.

v Να προωθούνται νέα έργα ταμίευσης στα ημιορεινά (Μουζάκι, Νεοχώρι, Πύλη, Ελασσόνα κλπ.), όπως υποδεικνύουν διαχρονικά τα ΣΔΛΑΠ, εκτός από το Φράγμα Σκοπιάς (Ενιπέα Φαρσάλων) που πρόσφατα εντάχθηκε στο Ταμείο Ανάκαμψης.

  • Να ασχοληθούν συστηματικά ώστε να εξασφαλίσουν αποθέματα που να διατίθενται για εμπλουτισμό υπόγειων υδροφορέων (οικολογική προτεραιότητα) όπως επίσης επιβάλλουν τα ΣΔΛΑΠ.
  • Να γίνεται συζήτηση και να αποφασίζεται ο επιβεβλημένος εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου, η ταχεία στελέχωση και ενίσχυση με κατάλληλα μέσα  του διοικητικού μηχανισμού και η δημιουργία φορέα διαχείρισης υδάτων, όπως εδώ και σαράντα χρόνια προτείνει το οργανωμένο κίνημα διεκδίκησης των επιστημονικών, αυτοδιοικητικών και αγροτικών φορέων της Θεσσαλίας.

Ενδεικτικές προτάσεις για το μέλλον που αποτελούν καθήκον των εμπλεκομένων φορέων :

  • Ολοκλήρωση του σχεδιασμού & των μελετών, οι αναγκαίες απαλλοτριώσεις, η εξασφάλιση χρηματοδότησης & γενικά η «ωρίμανση» όσων έργων έχουν ήδη προγραμματισθεί.
  • Προσεκτική επιλογή νέων έργων με κριτήρια αποκλειστικά την υψηλού βαθμού αναγκαιότητα (υδρευτική, αντιπλημμυρική, αρδευτική, ενεργειακή), την πολλαπλή σκοπιμότητα, την χωροταξική κατανομή και ασφαλώς την υψηλή απόδοση τους.
  • Ενιαίος σχεδιασμός των υδατικών έργων στη Θεσσαλία (master-plan) για την σκοπιμότητα, την ταμίευση, την μεταφορά και την διανομή νερών στις διάφορες αναγκαίες χρήσεις, σχεδιασμός που δυστυχώς δεν έχει γίνει ακόμη.
  • Πριν αποφασισθεί η χρηματοδότηση και η κατασκευή ενός περιφερειακού έργου ταμίευσης νερού, είναι πρωταρχικής σημασίας να διερευνηθεί λεπτομερώς, η οικονομικότητα του έργου (μικρή δαπάνη ανά κ. μ. αποταμιευμένου νερού), ενώ θα πρέπει επίσης να συνεκτιμάται το κόστος για τα έργα μεταφοράς του νερού &το κόστος λειτουργίας (εκτάσεις κατάντη ή ανάντη που σημαίνει αντλήσεις), η οξύτητα του προβλήματος στην συγκεκριμένη περιοχή και η ενδεχόμενη συμβολή του έργου στον έλεγχο πλημμυρών.
  • Τέλος, βάση και της εμπειρίας που αποκτήθηκε εδώ και πολλά χρόνια, κρίνεται ότι είναι απολύτως αναγκαία η δημιουργία μιας ενιαίας διοίκησης των υδατικών έργων (με τη συμμετοχή του κράτους και των χρηστών, δηλαδή αυτοδιοίκηση, φορείς αγροτών κλπ), που θα αποτελέσει την μετεξέλιξη του αναποτελεσματικού και γραφειοκρατικού υφιστάμενου διοικητικού συστήματος.

Όλα τα παραπάνω όμως αποτελούν την αναγκαία μεν, όχι όμως και την ικανή συνθήκη για να το πετύχουμε.

Χρειάζεται ταυτόχρονα να αποφασιστεί άμεσα στη Βουλή η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ή ΟΧΙ των εγκαταλειμμένων έργων Αχελώου.

Οι μελετητές του ΣΔΛΑΠ  χρειάζονται ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ μια σαφή και ξεκάθαρη απόφαση, δεσμευτική για τις κυβερνήσεις που θα ακολουθήσουν, ΕΑΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΟΧΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΤΑ ΝΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΧΕΛΩΟ.

Μόνο έτσι μπορούν να τα συνυπολογίσουν η όχι για την κάλυψη των αναγκών του ΥΔΘ και ανάλογα να προτείνουν βιώσιμες λύσεις για την προστασία και αναβάθμιση των οικοσυστημάτων, όπως εξάλλου είναι και ο στόχος της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας.

Επίσης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η συνεχής παράταση της θλιβερής αυτής εκκρεμότητας από το 2010, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια (ανθρώπων, περιουσιών και περιβάλλοντος) τους οποίους  επισημάναμε επανειλημμένα στο παρελθόν.

Χρειάζεται επίσης πολιτική βούληση, ρεαλιστικό σχέδιο με χρονοδιάγραμμα και εξασφαλισμένους οικονομικούς πόρους, διαβούλευση και κοινωνική συμφωνία.

Εάν δεν συμφωνήσουμε όλοι, δηλαδή χρήστες νερού, φορείς αγροτών – Αυτοδιοίκησης και Πολιτεία, προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να πορευτούμε τα επόμενα χρόνια στη Θεσσαλία και εάν δεν βρεθεί η κοινή συνισταμένη για την διαχείριση του νερού τότε το «Αύριο» της Θεσσαλίας θα είναι προβληματικό, η κατάσταση των υδατικών οικοσυστημάτων της δεν θα βελτιωθεί (όπως προβλέπει το ΣΔΛΑΠΘ), ενώ το όραμα της Οδηγίας 2000/60 για το 2027 θα τεθεί υπό αμφισβήτηση εκ των πραγμάτων.

Τότεόμως θα είναι αργά και, δυστυχώς,  δεν θα μπορούμε να αποφύγουμε δύσκολες και επώδυνες λύσεις (όπως πχ. μείωση των αρδευομένων εκτάσεωνμε σοβαρό κοινωνικό αντίκτυπο), ούτε και τα σοβαρά περιβαλλοντικά, οικονομικά κ.απροβλήματα, που θα επιδεινωθούν εν μέσω της επερχόμενης κλιματικής κρίσηςστην Θεσσαλία. 

*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

Δείτε επίσης