Ο αποκλεισμός Υδροηλεκτρικών Έργων υπονομεύει την ενεργειακή μας ασφάλεια και τις προοπτικές της Θεσσαλίας (Μέρος 1ο)

Share

Ο αποκλεισμός Υδροηλεκτρικών Έργων υπονομεύει την ενεργειακή μας ασφάλεια και τις προοπτικές της Θεσσαλίας (Μέρος 1ο)

(Τάσος Μπαρμπούτης – Κώστας Γκούμας)*

Με αφορμή το γεγονός ότι την περίοδο αυτή δόθηκε από την κυβέρνηση στη δημοσιότητα το περίγραμμα του νέου Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), θα επιχειρήσουμε να αξιολογήσουμε τις προτάσεις που κατατέθηκαν και να εκτιμήσουμε τις  προοπτικές που διαμορφώνονται για την περιοχή μας για την υδροηλεκτρική ενέργεια και τα έργα στη Θεσσαλία.

Το νέο ΕΣΕΚ έρχεται να αναθεωρήσει το προηγούμενο σχέδιο που εκπονήθηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη (τέλος 2019) και να επικαιροποιήσει τις κατευθύνσεις της ΕΕ, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.

Το ΕΣΕΚ έχει ως «ενδιάμεσο» ορόσημο το 2030 και ως χρονικό ορίζοντα το 2050.

Με τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν έως τώρα είναι δύσκολο να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.

Όμως οι βασικές κατευθύνσεις (δες επόμενα) που διαφάνηκαν δεν επιτρέπουν ιδιαίτερη αισιοδοξία για ουσιαστική αλλαγή πορείας από τον δρόμο που χάραξε το πρώτο ΕΣΕΚ (δες εδώ {1} τον σχετικό σύνδεσμο) επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (2018) και η πρώτη του αναθεώρηση (τέλος 2019).

Η δική μας αξιολόγηση στο πολύπλευρο ζήτημα της ενεργειακής πολιτικής (που ούτως η άλλως επιτρέπει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις), εκτός από τα γενικά, θα επικεντρωθεί κυρίως σε θέματα που σχετίζονται (και) με τη Θεσσαλία και ειδικότερα στην Υδροηλεκτρική (ΥΗ) ενέργεια και τα ημιτελή έργα Αχελώου που οι προοπτικές τους με το υπό διαβούλευση ΕΣΕΚ φαίνεται να «ξεθωριάζουν» επικίνδυνα.

Ο αποκλεισμός Υδροηλεκτρικών Έργων υπονομεύει την ενεργειακή μας ασφάλεια και τις προοπτικές της Θεσσαλίας (Μέρος 1ο)

Α. Τα ΕΣΕΚ του 2018 και 2019

Βασική κατεύθυνση στα σχεδόν πανομοιότυπα αυτά σχέδια ήταν η πολιτική της απολιγνιτοποίησης, η συστηματική επέκταση του ορυκτού [του λεγόμενου «φυσικού»] αερίου (ΦΑ), η μείωση εκπομπής Αερίων του Θερμοκηπίου (ΑτΘ), η επιλεκτική προώθηση ΑΠΕ [σχεδόν αποκλειστικά Αιολικά (ΑΙΟ) και Φωτοβολταϊκά (ΦΒ)], η προσέλκυση επενδύσεων με κριτήριο το επιχειρηματικό «ενδιαφέρον» και τέλος ο αποκλεισμός της πιο σημαντικής και κρίσιμης ΑΠΕ (που αφορά άμεσα την Θεσσαλία), δηλαδή της ΥΗ ενέργειας.

Ούτε πέντε χρόνια δεν συμπληρώθηκαν από την εκπόνηση και την εφαρμογή των σχεδίων αυτών και οι εξελίξεις κατέγραψαν την εντυπωσιακή αποτυχία τους. Και να γιατί :

  1. Τα χρονικά περιθώρια που ορίστηκαν και στα δυο σχέδια για την (σχεδόν) ολοκληρωτική απεξάρτηση από την λιγνιτική παραγωγή (έως το 2028 και 2025 αντίστοιχα) ήταν κυριολεκτικά ασφυκτικά, χωρίς επαρκή και σε βάθος αξιολόγηση των γεωπολιτικών συνθηκών και των παρεπόμενων κινδύνων της ενεργειακής μας ασφάλειας, χωρίς βαθιά μελέτη των συνεπειών, χωρίς ουσιαστική προετοιμασία για την σταδιακή (όπως θα έπρεπε) και με πολύ προσεκτικά βήματα υποκατάσταση του επί δεκαετίες «πυλώνα» ανάπτυξης της χώρας μας.

Υπήρξε γενικά μια «φούρια» να τελειώσουμε με τον λιγνίτη «εν μια νυκτί», να τον αντικαταστήσουμε με το ΦΑ ως βασική πηγή στην ηλεκτροπαραγωγή και να επιτύχουμε (υποτίθεται) μια σημαντική μείωση των εκπομπών ΑτΘ, λες και η μείωση τους στη μικρή χώρα μας θα είχε τόσο σημαντική συμβολή στην  «κοινή» (κατ’ ευφημισμό….) προσπάθεια των χωρών στον πλανήτη μας για την αντιμετώπιση των κινδύνων από την κλιματική κρίση. [Ας σημειωθεί πως πολλές άλλες χώρες, που εκτός των άλλων διέθεταν ένα πλούσιο μείγμα καυσίμων από πυρηνικά, μεγάλα υδροηλεκτρικά και υπεράκτια αιολικά, έθεσαν για την μετάβαση αυτή πολύ μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια, όπως πχ. η Γερμανία έως το 2038 και η Πολωνία δέκα χρόνια αργότερα (!)].

Παράλληλα τα σχέδια του 2018 και 2019 στόχευαν και στην «απελευθέρωση» χώρου για επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας, κάτι που όπως φαίνεται υπήρξε βασικό κριτήριο για τις επιλογές και την «βιασύνη» της  μετάβασης, και από τις δυο κυβερνήσεις.

  1. Οι επιλογές αυτές είχαν προφανώς σοβαρές και επώδυνες συνέπειες για την ΔΕΗ, για μεγάλο αριθμό εργαζομένων και τις οικογένειες τους, για την εθνική οικονομία συνολικά.

Από το 2019 μάλιστα, αρκετά πριν τον πόλεμο και στην συνέχεια στις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν, οι τιμές ενέργειας «πέταξαν» κυριολεκτικά στα ύψη, με δραματικές συνέπειες στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, στις τιμές βασικών (κοινωφελών και μη) αγαθών πρώτης ανάγκης, στην ζωή των καθημερινών ανθρώπων.

Ο αποκλεισμός Υδροηλεκτρικών Έργων υπονομεύει την ενεργειακή μας ασφάλεια και τις προοπτικές της Θεσσαλίας (Μέρος 1ο)

Επιπλέον οι σημαντικές εισαγωγές ενέργειας συνεχίστηκαν, ενώ η συνολική ενεργειακή εξάρτηση ξεπέρασε πλέον το 80%, από τις πιο υψηλές στην ΕΕ. Άραγε, μετά από όλα αυτά, οι δυο κυβερνήσεις εισέπραξαν ένα «μάθημα» από την αποτυχία των σχεδιασμών τους και της πολιτικής τους ;

Πολύ αμφιβάλουμε αν κρίνουμε από τον τρόπο που αντιπαρατίθενται και που κανείς από τους δυο δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί τις ευθύνες του για όσα συνέβησαν.

Οι μεν επαίρονται για την επέκταση των ΑΠΕ και επιλεκτικά ασκούν κριτική  για την δραματική οικονομική κατάσταση στην οποία βρέθηκε η ΔΕΗ επί των ημερών της κυβέρνησης Τσίπρα.

Η σημερινή αντιπολίτευση ασκεί κριτική (επίσης επιλεκτική) στην κυβέρνηση αφενός για την πώληση του 15% της ΔΕΗ σε ιδιώτες, αφετέρου για τις υψηλές τιμές ενέργειας και τους χειρισμούς της  (σημερινής) ΔΕΗ, που μείωσε την λιγνιτική παραγωγή «παρά τις υποσχέσεις Μητσοτάκη για αύξηση (της)  όσο διαρκεί η ενεργειακή κρίση….αλλά (μείωσε) και την παραγωγή από φυσικό αέριο (και) προκάλεσε τεχνητή έλλειψη ενέργειας η οποία τροφοδότησε την αύξηση των τιμών» [Σ. Φάμελλος, Documento, 8 Ιανουαρίου 2023].

Με απλά λόγια, επιμέρους κρίσεις, έλλειψη αυτοκριτικής και απουσία της «μεγάλης» εικόνας για το ενεργειακό πρόβλημα της χώρας…

  1. Στο μεταξύ η πολιτική απεξάρτησης από το ρωσικό ΦΑ και για να μην βυθιστούμε μεσοχείμωνο σε νέα κρίση, οδήγησε τη χώρα μας σε εκτεταμένες εισαγωγές του σημαντικά ακριβότερου υγροποιημένου αερίου (LNG) από άλλες πηγές και στην εκτεταμένη δημιουργία υποδομών αποθήκευσης, με αποτέλεσμα την κατά πολύ μεγαλύτερη επιβάρυνση στο ισοζύγιο πληρωμών, στις επιχειρήσεις και στον ισχνό προϋπολογισμό των νοικοκυριών.

Και ας μην παραλείψουμε τις περιβαλλοντικές συνέπειες από την έκλυση μεθανίου κατά την χρήση ΦΑ που κάθε άλλο παρά «οικολογικό» θα μπορούσε να θεωρηθεί.

[Στο 2ο μέρος θα αναφερθούμε στην ΥΗ ενέργεια και τα έργα στη Θεσσαλία]

*Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος ΔΣ ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

*Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. Δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ

{1} Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ, 2018) :

http://www.opengov.gr/minenv/wp-content/uploads/downloads/2018/11/NECP_131118_final.pdf

Δείτε επίσης